Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009

Το χαρτί





Παλιά...

Είχα ένα χαρτί.

Είχε και γραμμές μπλε ανοιχτό.
Ήταν άσπρο, κοφτερό και είχε μια υφή δροσερή και στρωτή.

Λίγο-λίγο άρχισε να γράφει πολλά όμορφα πράγματα.
Και κρυφά…

Έλεγε τ’ όνομα μιας γέφυρας και τι ώρα να είναι ,τι εποχή.
Έλεγε τ’ όνομα ενός πιάτου και το εστιατόριο.
Έλεγε κάθε τόσο στις γραμμές του για κάποιο βιβλίο,
για κάποια μουσική
ή ένα θέατρο.
Ή ακόμα για ένα χρώμα πάνω σ’ ένα πίνακα.
Αν θυμάμαι καλά, είχε και μερικές κουβέντες, που για μένα είχαν μεγάλη σημασία.
Και άλλα,
τόσο όμορφα διαλεγμένα και λίγα που έμοιαζαν πιο πολύ με απόσταγμα.

Και λοιπόν, την τελευταία φορά που το είδα,
ήταν κίτρινο, με μαδημένες γωνίες.
Μύριζε πολυκαιρία.
Λιωμένο, ξεγδαρμένο στην τσάκιση.
Μπορούσα να το κλείνω στη χούφτα μου χωρίς να τσαλακώνει
και να το ανεμίζω στον αέρα σα σημαιάκι.

Και ήταν τόσο αλλόκοτο,
με τόσων λογιών γράμματα και χρώματα,
που αν το βρισκε κανένα παιδί -έτσι καταχωνιασμένο που το χω κιόλας-
θα νόμιζε πως ανακάλυψε μια συνταγή για μαγικό φίλτρο!
Πού τέτοια τύχη…

Και λοιπόν άφησα να το γράφω, δε θυμάμαι πότε.

Μπορεί να ταν με τα " Που είσαι λοιπόν ".

Μπορεί να το παράτησα επειδή έπαψε να θυμίζει τη δική σου απουσία
και άρχισε να θυμίζει τη δική μου.

Μπορεί κιόλας επειδή τώρα πια είμαι μεγάλο κορίτσι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: